σατιρίζω

σατιρίζω
μετ. высмеивать (кого-л.), писать сатиру (на кого-л.)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "σατιρίζω" в других словарях:

  • σατιρίζω — σατιρίζω, σατίρισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • σατιρίζω — Ν [σάτιρα] 1. ασκώ σε προφορικό λόγο ή σε γραπτό κείμενο, έμμετρο ή πεζό, κριτική με ειρωνική διάθεση και με σκωπτικό τρόπο σε πρόσωπα, φαινόμενα, καταστάσεις, προβάλλοντας και καυτηριάζοντας τα αρνητικά τους σημεία και τους αρνητικούς τους… …   Dictionary of Greek

  • σατιρίζω — σατίρισα, σατιρίστηκα, σατιρισμένος, διακωμωδώ πρόσωπα, ιδέες ή καταστάσεις: Ο Λασκαράτος σατίρισε ορισμένους χαρακτήρες και τύπους ανθρώπων στο έργο του «Ιδού ο άνθρωπος» …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανακωμωδώ — ἀνακωμῳδῶ ( έω) (Α) [κωμῳδῶ] 1. ανεβάζω κωμωδία στη σκηνή, σατιρίζω, εμπαίζω …   Dictionary of Greek

  • διακωμωδώ — (Α διακωμῳδῶ, έω) 1. σατιρίζω κάποιον ή κάτι σε κωμωδία 2. γελοιοποιώ …   Dictionary of Greek

  • ιαμβίζω — ἰαμβίζω (Α, Μ ἰαμβόζω) [ίαμβος] επιτίθεμαι εναντίον κάποιου με ιάμβους, σατιρίζω, σκώπτω, κακολογώ («ἐν τῷ μέτρῳ τούτῳ ἰάμβιζον ἀλλήλους», Αριστοτ.) αρχ. μιλώ σε ιαμβικό μέτρο («παῡε..... ἰαμβίζων», Λουκιαν.) …   Dictionary of Greek

  • κατακωμωδώ — κατακωμῳδῶ, έω (AM) σατιρίζω, περιγελώ …   Dictionary of Greek

  • κωμωδώ — (Α κωμῳδῶ, έω) [κωμωδός] διακωμωδώ, γελοιοποιώ κάποιον («οὐδ ὑμᾱς πεῑσαι... ἀλλ ἐμὲ κωμῳδεῑν βουλόμενος», Λυσ.) αρχ. 1. είμαι συγγραφέας κωμωδίας ή ηθοποιός που παίζει σε κωμωδίες 2. σατιρίζω κάποιον από τη σκηνή τού θεάτρου («ὡς κωμῳδεῑ τὴν… …   Dictionary of Greek

  • προσπαίζω — Α 1. παίζω, αστειεύομαι ή χαριεντίζομαι με κάποιον 2. περιγελώ, περιπαίζω κάποιον 3. σατιρίζω 4. ειρωνεύομαι, σκώπτω, εμπαίζω κάποιον («ἀεὶ σὺ προσπαίζεις, ὦ Σώκρατες, τοὺς ῥήτορας», Πλάτ.) 5. βασανίζω, τυραννώ («προσπαίζειν τὸν ἄρκτον», Αιλ.) 6 …   Dictionary of Greek

  • σατιρισμός — ο, Ν [σατιρίζω] επίκριση με σάτιρα, διακωμώδηση …   Dictionary of Greek

  • σατιριστής — ο, θηλ. σατιρίστρια Ν [σατιρίζω] αυτός που έχει την τάση να σατιρίζει, σατιρικός, σκωπτικός …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»